Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
πολυπροσώπως
πολύπτερος
πολυπτόητος
πολύ·πτερος,
ος, ον,
aux ailes bien fournies,
Arstt.
H.A.
1, 1, 7
.
Étym.
π. πτερόν
.