Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
πονηροδιδάσκαλος
πονηροκρατέομαι-οῦμαι
πονηροκρατία
πονηρο·κρατέομαι-οῦμαι
[
ᾰ
] être sous la domination des méchants,
Arstt.
Pol.
4, 8
.
Étym.
π. κρατέομαι
.