Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
προσαγόρευσις
προσαγορευτέος
προσαγορευτικός
προσαγορευτέος,
α, ον
[
ᾰ
]
vb. de
προσαγορεύω,
Plat.
Phæd.
104
a
;
au neutre,
Arstt.
Poet.
1, 12
.