Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ψηφισματογράφος
ψηφισματοπώλης
ψηφισματώδης
ψηφισματο·πώλης,
ου
(
ὁ
)
[
ᾰ
] marchand de décrets,
Ar.
Av.
1038
.
Étym.
ψ. πωλέω
.