σανιδόω-ῶ

σανιδώδης

σανίδωμα
σανιδ·ώδης, ης, ες [ᾰῐ] qui ressemble à une planche, Arét. Caus. m. diut. 18 ; Gal. 3, 67.
Étym. σανίς, -ωδης.