Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
σανιδώδης
σανίδωμα
σανίδωσις
σανίδωμα,
ατος
(
τὸ
) [
ᾰῐ
]
1
plancher,
Spt.
3 Macc.
4, 10 ;
Pol.
1, 22, 6,
etc.
||
2
pont de navire,
Th.
H.P.
5, 7, 5
.
Étym.
σανιδόω
.