Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
σχολαρχέω-ῶ
σχολάρχης
σχόλασις
σχολ·άρχης,
ου
(
ὁ
) chef d’école,
DL.
5, 2
.
Étym.
σχολή, ἄρχω
.