Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
σχολαίως
σχολαρχέω-ῶ
σχολάρχης
σχολαρχέω-ῶ,
être chef d’école
ou
de secte,
DL.
8, 1
.
Étym.
σχολάρχης
.