Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
σιδηροχάρμης
σιδηροχίτων
σιδηρόω-ῶ
σιδηρο·χίτων,
ων, ον,
gén.
ωνος
[
ῐῐ
] à tunique de fer,
Nonn.
D.
31, 162
.
Étym.
σ. χιτών
.