Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
σιδηροποίκιλος
σιδηρόπους
σίδηρος
σιδηρό·πους,
gén.
-ποδος
(
ὁ, ἡ
) [
ῐ
] aux pieds de fer,
Nonn.
D.
29, 206
.
Étym.
σ. πούς
.