Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
σκωληκοτόκος
σκωληκοφάγος
σκωληκόω-ῶ
σκωληκο·φάγος,
ος, ον
[
ᾰ
] qui se nourrit de vers,
Arstt.
H.A.
8, 3, 4
.
Étym.
σκ. φαγεῖν
.