Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
σκωληκόω-ῶ
σκωληκώδης
σκωλήκωσις
σκωληκώδης,
ης, ες,
c.
σκωληκοειδής,
Arstt.
G.A.
2, 1, 22
.
Étym.
σκώληξ, -ωδής
.