Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
σκωληκώδης
σκωλήκωσις
σκώληξ
σκωλήκωσις,
εως
(
ἡ
) production de vers,
Th.
H.P.
7, 5, 6
conj.
Étym.
σκωληκόω
.