Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
σπληνῖτις
σπληνοδάπανος
σπληνόπεδον
σπληνο·δάπανος,
ος, ον
[
ᾰᾰ
] qui consume la rate,
Nicol. Myreps.
8, 82
.
Étym.
σπλήν, δαπανάω
.