σπληνοδάπανος

σπληνόπεδον

σπληνόω-ῶ
σπληνό·πεδον, ου (τὸ) mot de sign. inconnue, Hermipp. (Com. fr. 1, 97).
Étym. σπλήν, -πεδον, cf. δάπεδον.