Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
στρατεύσιμος
στράτευσις
στρατευτέον
στράτευσις,
εως
(
ἡ
) [
ᾰ
] expédition militaire,
Hdt.
189 ;
DH.
6, 909, 12 Reiske ;
Symm.
Ps.
59, 12 ;
107, 12
.
Étym.
στρατεύω
.