στρωμάτιον

στρωματίτης ἔρανος

στρωματόδεσμον
στρωματίτης ἔρανος () [μᾰ] pique-nique où l’hôte ne fournit que les lits de table, Crat. (Com. fr. 2, 207).
Étym. στρῶμα.