στρωματίτης ἔρανος

στρωματόδεσμον

στρωματόδεσμος
στρωματό·δεσμον, ου (τὸ) [] c. le suiv. Ar. fr. 249 Dind. ; Xén. An. 5, 4, 13 ; Plat. Theæt. 175e ; Eschn. 41, 18.