Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
συλήσιος
σύλησις
συλήτειρα
σύλησις,
εως
(
ἡ
)
[
ῡ
] spoliation, vol,
Plat.
Leg.
853
d
.
Étym.
συλάω
.