Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
σύλησις
συλήτειρα
συλήτωρ
συλήτειρα,
ας
(
ἡ
)
[
ῡ
]
fém.
c.
συλήτωρ,
Eur.
H.f.
377
.