Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
συμμορία
συμμοριάρχης
σύμμορος
συμμορι·άρχης,
ου
(
ὁ
)
président d’une
συμμορία,
Hypér.
(
Poll.
3, 53
).
Étym.
σ. ἄρχω
.