συναποχράομαι-ῶμαι

συναποχωρέω-ῶ

συναπτέον
συν·αποχωρέω-ῶ, se retirer avec, DS. 19, 80 ; πρός τινα, Pol. 20, 10, 5, passer avec d’autres dans le camp de qqn.