σύγκλεισμα

συγκλεισμός

συγκλειστός
συγκλεισμός, οῦ () fermeture, Spt. Esaï. 24, 22 ; Ezech. 4, 3, 7 ; fig. en parl. d’un cœur fermé, dureté de cœur, Spt. Hos. 13, 8.
Étym. συγκλείω.