Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
συγκλεισμός
συγκλειστός
συγκλείω
συγκλειστός,
ός, όν
:
1
enfermé, enveloppé,
Luc.
Trag.
64
||
2
qui a la faculté d’enfermer,
Arstt.
H.A.
4, 4, 11
||
3
ἔργον συγκλειστόν,
Spt.
3 Reg.
7, 28,
c.
σύγκλεισμα
.
Étym.
vb. du suiv.