Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
συσσάρκωσις
συσσαρκωτικός
συσσάσσω
συσσαρκωτικός,
ή, όν,
qui réunit
ou
consolide les chairs,
P. Eg.
154, 264 Briau
.
Étym.
συσσαρκόω
.