Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ταριχέμπορος
ταρίχευσις
ταριχευτήρ
ταρίχευσις,
εως
(
ἡ
) [
ᾰρῑ
]
c.
ταριχεία,
Hdt.
2, 85, 88 ;
4, 53
.