Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ταρίχευσις
ταριχευτήρ
ταριχευτής
ταριχευτήρ,
ῆρος
(
ὁ
) [
ᾰῑ
]
c. le suiv.
Man.
4, 267
.