τρικόρυφος

τρικόρωνος

τρικότυλος
τρι·κόρωνος, ος, ον [] qui vit trois fois l’âge d’une corneille, Anth. 5, 289 ; 11, 69 ; Alciphr. 1, 28.
Étym. τρεῖς, κορώνη.