Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
τρίσφυλλον
τρισχιδής
τρισχιλιέτης
τρι·σχιδής,
ής, ές
[
χῐ
] fendu en trois,
Orib.
p. 42, 53 Mai
.
Étym.
τρ. σχίζω
.