Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ξενοϐάκχη
ξενοδαΐκτης
ξενοδαίτης
*ξενο·δαΐκτης,
dor.
ξενο·δαΐκτας,
ου
[
ᾱς
]
adj. m.
meurtrier des étrangers,
Eur.
H.f.
391
.
Étym.
ξένος, δαΐζω
.