Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀδιάφθαρτος
ἀδιαφθορία
ἀδιάφθορος
ἀδιαφθορία,
ας
(
ἡ
) absence de souillure,
NT.
Tit.
2, 7 dout.
Étym.
ἀδιάφθορος
.