ἀλλοτριότης

ἀλλοτριοφάγος

ἀλλοτριοφρονέω-ῶ
ἀλλοτριο·φάγος, ος, ον [φᾰ] qui vit aux dépens d’autrui, Soph. fr. 309.
Étym. ἀ. φαγεῖν.