ἀλλοτριοφάγος

ἀλλοτριοφρονέω-ῶ

ἀλλοτριόφυλος
ἀλλοτριο·φρονέω-ῶ, avoir des sentiments hostiles, DS. 17, 4.
Étym. ἀ. φρονέω.