Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἀσελγής
ἀσελγισμός
ἀσελγόκερως
ἀσελγισμός,
οῦ
(
ὁ
) impudicité,
Rhét.
8, 739 W.
Étym.
*ἀσελγίζω,
d’
ἀσελγής
.