Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
βαλανευτικός
βαλανεύτρια
βαλανεύω
βαλανεύτρια,
ας
(
ἡ
) [
ᾰᾰν
] maîtresse
ou
servante de bain,
Lib.
4, 140
.
Étym.
cf.
βαλανευτής
.