Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
βαλανεύς
βαλανευτής
βαλανευτικός
βαλανευτής,
οῦ
(
ὁ
) [
ᾰᾰ
]
c. le préc.
Chrys.
3, 816
.
Étym.
βαλανεύω
.