ἐγκράτεια

ἐγκράτευμα

ἐγκρατεύομαι
ἐγκράτευμα, ατος (τὸ) [ᾰτ] marque d’empire sur soi-même, Jambl. V. Pyth. 17.
Étym. ἐγκρατεύομαι.