Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
κατακρίσιμος
κατάκρισις
κατάκριτος
κατάκρισις,
εως
(
ἡ
) [
ῐσ
]
c.
κατάκριμα,
NT.
2 Cor.
3, 9 ;
7, 3
.