μαλακόσαρκος

μαλακόστρακος

μαλακότης
μαλακ·όστρακος, ος, ον [ᾰᾰᾰ] à coquille molle, Arstt. H.A. 1, 6, 2, etc.
Étym. μ. ὄστρακον.