μαλακόστρακος

μαλακότης

μαλακόφλοιος
μαλακότης, ητος () [ᾰᾰ]
1 au phys. mollesse, tendresse, Arstt. Meteor. 4, 4 ; au pl. Plat. Crat. 432b ||
2 au mor. faiblesse, Plut. Oth. 9.
Étym. μαλακός.