Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
μεθυπῖδαξ
μεθυπλανής
μεθυπλήξ
μεθυ·πλανής,
ής, ές
[
ᾰ
] que l’ivresse fait aller de travers,
Naz.
3, 1006 Migne
.
Étym.
μέθυ, πλάνη
.