Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
μεθηλικίωσις
μέθημαι
μεθημερινός
μέθ·ημαι
(
seul. part.
μεθήμενος
) être assis au milieu de, parmi,
dat.
Od.
1, 118
.
Étym.
μετά, ἧμαι
.