Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ὀμματοστερής
ὀμματουργός
ὀμματόω-ῶ
ὀμματουργός,
ός, όν
[
ᾰ
]
c.
ὀμματοποιός,
Jambl.
Protr.
p. 328
.
Étym.
ὄμμα, ἔργον
.