Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ὀπισθοφόρος
ὀπισθοφυλακέω-ῶ
ὀπισθοφυλακία
ὀπισθοφυλακέω-ῶ
[
ῠᾰ
] être de l’arrière-garde,
Xén.
An.
2, 3, 10 ;
Hdn
8, 1, 4
.
Étym.
ὀπισθοφύλαξ
.