Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ὀρειϐάτης
ὀρειϐατικός
ὀρειγενής
ὀρειϐατικός,
ή, όν
[
ᾰ
] qui peut marcher dans les montagnes,
Clém.
240
.
Étym.
ὀρειϐάτης
.