Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ὀστρακίτης
ὀστρακῖτις
ὀστρακόδερμος
ὀστρακῖτις,
ίτιδος
[
ᾰῑτ
]
adj. f.
ὀ. λίθος,
c. le préc.
Diosc.
5, 84
.