φιλοκέρδεια

φιλοκερδέω-ῶ

φιλοκερδής
φιλοκερδέω-ῶ [] aimer le gain, être cupide, Xén. An. 1, 9, 16 ; Cyr. 1, 6, 32 ; Plat. Hipparch. 225b, 226e.
Étym. φιλοκερδής.