φιλοπλουτία

φιλόπλουτος

φιλοποιέω-ῶ
φιλό·πλουτος, ος, ον [] qui aime les richesses, Eur. I.T. 412 ; Plut. M. 140f ; Luc. Dom. 5 ; τὸ φιλόπλουτον, c. φιλοπλουτία, Plut. M. 793e.
Étym. φ. πλοῦτος.