Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
στρατοπεδαρχικός
στρατοπεδεία
στρατοπέδευσις
στρατοπεδεία,
ας
(
ἡ
) [
ᾰ
] campement,
Xén.
Hell.
4, 1, 24 ;
DH.
10, 23
.
Étym.
στρατοπεδεύω
.