Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ταχυάλωτος
ταχυϐάδιστος
ταχυϐάμων
ταχυ·ϐάδιστος,
ος, ον
[
ᾰῠᾰ
]
c. le suiv.
Adam.
Physiogn.
2, 42
.
Étym.
τ. βαδίζω
.